
Η μεταβίβαση επιχείρησης στην πράξη
Η απόκτηση μιας επιχείρησης δεν πραγματοποιείται πάντοτε μέσω της εξαγοράς της εταιρείας που τη λειτουργεί. Αντί, για παράδειγμα, να αποκτήσει κανείς τις μετοχές ή τα εταιρικά μερίδια της εταιρείας που εκμεταλλεύεται ένα ξενοδοχείο (share deal), μπορεί να αποκτήσει απευθείας την ίδια την επιχείρηση ή τα βασικά περιουσιακά στοιχεία που συγκροτούν τη λειτουργία της (asset deal).
Η επιλογή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν η μεταβιβάζουσα εταιρεία έχει ήδη οφειλές προς προμηθευτές ή άλλους πιστωτές. Η μεταφορά της επιχειρηματικής δραστηριότητας σε άλλο φορέα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι τα προϋφιστάμενα χρέη παραμένουν αποκλειστικά στην προηγούμενη εταιρεία.
Στην ελληνική επιχειρηματική πραγματικότητα, ιδίως σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, δεν είναι ασυνήθιστο μία εταιρεία να μεταβιβάζει την επιχείρηση της οποίας είναι φορέας και να παύει ουσιαστικά τη δραστηριότητά της, ενώ η ίδια οικονομική δραστηριότητα συνεχίζεται μέσω του νομικού προσώπου που απέκτησε την επιχείρηση. Η αποκτώσα εταιρεία μπορεί να έχει διαφορετική επωνυμία και ΑΦΜ, αλλά να λειτουργεί στον ίδιο χώρο, με το ίδιο αντικείμενο, την ίδια πελατεία, τον ίδιο εξοπλισμό ή με πρόσωπα που συνδέονται επιχειρηματικά με τον προηγούμενο φορέα.
Δεν είναι, άλλωστε, ασυνήθιστο στην ελληνική πραγματικότητα η μεταβίβαση επιχείρησης να πραγματοποιείται μεταξύ εταιρειών συνδεδεμένων συμφερόντων, με αποτέλεσμα η λειτουργική δραστηριότητα να μεταφέρεται στον νέο φορέα, ενώ οι οφειλές παραμένουν στην παλαιά εταιρεία.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι, επομένως, μόνο ποια εταιρεία εμφανίζεται τυπικά ως φορέας της δραστηριότητας. Είναι εάν, από οικονομική και νομική άποψη, έχει πράγματι συντελεστεί μεταβίβαση επιχείρησης και εάν ο αποκτών μπορεί να ευθύνεται και για τα προϋφιστάμενα χρέη.
Η ευθύνη του αποκτώντος κατά το άρθρο 479 ΑΚ
Το άρθρο 479 ΑΚ εισάγει έναν ουσιώδη μηχανισμό προστασίας των πιστωτών. Όταν μεταβιβάζεται η επιχείρηση, ο αποκτών μπορεί να ευθύνεται απέναντι στους δανειστές για τα χρέη που ανήκουν στη μεταβιβαζόμενη επιχείρηση.
Η ευθύνη του αρχικού οφειλέτη εξακολουθεί παράλληλα να υφίσταται. Υπό τις προϋποθέσεις της διάταξης, δημιουργείται έτσι σωρευτική ευθύνη μεταβιβάζοντος και αποκτώντος. Η ρύθμιση είναι αναγκαστικού δικαίου και αποβλέπει στην προστασία των πιστωτών όταν η περιουσιακή βάση του οφειλέτη μεταφέρεται σε τρίτο.
Κρίσιμη πρακτική συνέπεια είναι ότι μεταβιβάζων και αποκτών δεν μπορούν με μεταξύ τους συμφωνία να περιορίσουν τα δικαιώματα των τρίτων πιστωτών. Συνεπώς, ακόμη και αν ένα asset deal προβλέπει ότι ο αγοραστής αποκτά την επιχείρηση χωρίς να αναλαμβάνει τις παλαιές οφειλές της, η σχετική συμφωνία δεν αρκεί από μόνη της για να αποκλείσει την εφαρμογή του άρθρου 479 ΑΚ έναντι των πιστωτών.
Ποια χρέη καταλαμβάνει η ευθύνη
Η ευθύνη του αποκτώντος δεν περιορίζεται σε οφειλές που ήταν ήδη ληξιπρόθεσμες ή είχαν αναγνωριστεί δικαστικά κατά τον χρόνο της μεταβίβασης.
Κρίσιμο είναι εάν ο γενεσιουργός λόγος της απαίτησης είχε ήδη υπάρξει κατά τον χρόνο της μεταβίβασης. Υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 479 ΑΚ μπορούν, επομένως, να καταλαμβάνονται και υποχρεώσεις που κατά τον χρόνο εκείνο τελούσαν ακόμη υπό προθεσμία ή αίρεση.
Αντίστοιχα, η γνώση του αποκτώντος για το συγκεκριμένο χρέος δεν αποτελεί, κατ’ αρχήν, προϋπόθεση της ευθύνης του. Η καλή πίστη ή η άγνοια συγκεκριμένης οφειλής δεν αποκλείουν από μόνες τους την εφαρμογή της διάταξης.
Για τον πιστωτή, αυτό μπορεί να είναι καθοριστικό: το γεγονός ότι μία απαίτηση δεν είχε ακόμη επιδικαστεί ή καταστεί απαιτητή κατά τον χρόνο της μεταβίβασης δεν σημαίνει ότι αποκλείεται η αναζήτησή της και από την εταιρεία που απέκτησε την επιχείρηση.
Πότε θεωρείται ότι έχει μεταβιβαστεί μια επιχείρηση
Στις περισσότερες σχετικές εμπορικές διαφορές, αυτό είναι το κρίσιμο αποδεικτικό ζήτημα.
Η εξέταση δεν εξαντλείται στην ύπαρξη ενός εγγράφου με τίτλο «σύμβαση μεταβίβασης επιχείρησης». Το ουσιαστικό ερώτημα είναι εάν, μετά την αλλαγή του επιχειρηματικού φορέα, η οργανωμένη οικονομική μονάδα διατήρησε την ταυτότητά της.
Στην πράξη μπορούν να συνεκτιμηθούν ιδίως:
- η συνέχιση της ίδιας ή παρεμφερούς δραστηριότητας,
- η χρήση των ίδιων εγκαταστάσεων,
- η μεταφορά εξοπλισμού και παγίων,
- η διατήρηση εργατικού δυναμικού,
- η μεταφορά της πελατείας,
- η συνέχεια της εμπορικής φήμης και τεχνογνωσίας,
- η σύνδεση των προσώπων που βρίσκονται πίσω από τις δύο εταιρείες,
- η χρήση ίδιων τηλεφωνικών αριθμών, ιστοσελίδων ή επαγγελματικών λογαριασμών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Με άλλα λόγια, η εταιρική επωνυμία και το ΑΦΜ δεν είναι από μόνα τους αποφασιστικά. Εκείνο που έχει σημασία είναι εάν η επιχειρηματική δραστηριότητα συνέχισε, στην ουσία, ως η ίδια οικονομική μονάδα.
Πρόσφατη δικαστική εφαρμογή σε υπόθεση του γραφείου μας
Τα παραπάνω ζητήματα τέθηκαν και σε πρόσφατη εμπορική διαφορά που χειρίστηκε η Papatriantafyllou & Thanasenari ενώπιον του Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι είχε συντελεστεί μεταβίβαση επιχείρησης και θεμελίωσε ευθύνη της αποκτώσας εταιρείας για τις οφειλές της μεταβιβάζουσας. Κρίσιμα στοιχεία αποτέλεσαν, μεταξύ άλλων, το ταυτόσημο εμπορικό αντικείμενο, η σύνδεση των προσώπων πίσω από τις δύο εταιρείες, η μεταφορά των εγκαταστάσεων, της πελατείας, της φήμης και της τεχνογνωσίας, καθώς και η διατήρηση του ίδιου τηλεφωνικού αριθμού και των ίδιων επαγγελματικών προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η εταιρεία που απέκτησε την επιχείρηση συνέχισε ουσιαστικά την ίδια οργανωμένη οικονομική δραστηριότητα, διατηρώντας την επιχειρηματική της ταυτότητα.
Επιπλέον, με βάση τα ειδικότερα περιστατικά της υπόθεσης, έγινε δεκτή και η προσωπική ευθύνη του φυσικού προσώπου λόγω καταχρηστικής χρησιμοποίησης της εταιρικής αυτοτέλειας.
Τι πρέπει να κάνει ο πιστωτής όταν η επιχείρηση εξαγοραστεί από άλλη εταιρεία
Η παύση της δραστηριότητας της οφειλέτριας εταιρείας και η συνέχιση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας μέσω άλλου νομικού προσώπου δεν σημαίνουν κατ’ ανάγκη ότι η απαίτηση έχει καταστεί ανείσπρακτη. Υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 479 ΑΚ, ο πιστωτής μπορεί να έχει αξίωση και κατά του φορέα που απέκτησε την επιχείρηση και συνέχισε τη δραστηριότητά της.
Για τον λόγο αυτό, απαιτείται έγκαιρος νομικός και αποδεικτικός έλεγχος της μεταβίβασης, ώστε να διαπιστωθεί εάν υπάρχει πραγματική επιχειρηματική συνέχεια και αν θεμελιώνεται ευθύνη του αποκτώντος.
Τι πρέπει να προσέξει ο αγοραστής πριν από τη μεταβίβαση επιχείρησης
Η επιλογή της εξαγοράς της ίδιας της επιχείρησης, αντί της εξαγοράς της εταιρείας που αποτελεί τον φορέα της, δεν σημαίνει ότι ο αγοραστής είναι αυτομάτως απομονωμένος από τις προϋφιστάμενες υποχρεώσεις της επιχείρησης.
Για τον λόγο αυτό, πριν από την ολοκλήρωση της συναλλαγής απαιτείται ουσιαστικός νομικός και οικονομικός έλεγχος (due diligence) των μεταβιβαζόμενων στοιχείων και των υφιστάμενων υποχρεώσεων. Η δομή του asset deal και η έκθεση του αποκτώντος πρέπει να αξιολογούνται πριν από την ολοκλήρωσή του και όχι όταν εμφανιστεί ο πρώτος πιστωτής.
Συμπέρασμα
Οι διαφορές που προκύπτουν από μεταβίβαση επιχείρησης και χρέη σπάνια κρίνονται μόνο από την ανάγνωση μιας σύμβασης. Απαιτούν κατανόηση της εταιρικής δομής, ανασύνθεση της συναλλαγής, αποδεικτική στρατηγική και συντονισμένη αξιοποίηση των διαθέσιμων αξιώσεων.
Για τον πιστωτή, το κρίσιμο είναι να εντοπιστεί εγκαίρως πού μεταφέρθηκαν στην πραγματικότητα η αξία και η λειτουργία της επιχείρησης. Για τον αγοραστή, αντίστοιχα, κρίσιμο είναι να έχει αξιολογηθεί η έκθεσή του πριν από την ολοκλήρωση της συναλλαγής.
Στις διαφορές αυτές, η έγκαιρη νομική και αποδεικτική ανάλυση της μεταβίβασης μπορεί να καθορίσει τόσο ποιος τελικά ευθύνεται για τα χρέη όσο και τις πραγματικές δυνατότητες δικαστικής ή εξωδικαστικής διεκδίκησης.
Βλ. Σχετικά Θέματα:
Κανένα σημείο της παρούσας δημοσίευσης δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως νομική συμβουλή. Η παρούσα δημοσίευση είναι αναγκαστικά γενική. Συνεπώς, πριν από οποιαδήποτε ενέργεια με βάση την παρούσα δημοσίευση, πρέπει να υπάρχει επαγγελματική νομική συμβουλή.

